🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βλαστάρι
βλαστάρι
1) росток, побег;
βγάζω βλαστάρι(ον)α — пускать ростки;
τα βλαστάρι(ον)α — всходы;
2) потомок, отпрыск
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
βλαστάρι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
προσωρινότητα
—
επιφυάδα
—
χουχουριστής
—
μεταγνώθω
—
έμετος
—
αντίκοιλον
—
κωδωνίζω
—
αντιστρέφω
—
βοΐζω
—
άργανα
—
οκταήμερος
—
προεξοφλητής
—
χαρούδια
—
νεκρόδειπνο
—
φορτικός
—
ορθοφροσύνη
—
κερδομανής
—
διαφράσσω
—
φαντασμαγορικός
—
ελκυσμός
—
τελεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω