🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπόρεση
μπόρεση
η
возможность
;
δέν έχω ~ νά σέ βοηθήσω — [phrase]у меня нет возможности тебе помочь[/phrase]
;
δέν είναι τής ~ής μου — [phrase]это не в моих силах[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
возможность
? —
μπόρεση
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπόρεση
? — возможность
#
(ново)греческий словарь
—
αριοδάφνι
—
ανοικοδόμηση
—
βεβηλωτής
—
κολύμβημα
—
βλαμάκι
—
μεζεδοπωλείο
—
εξίχθην
—
αποκαθίδι
—
ντροπιάρικος
—
παθιασμένος
—
εντομοκτόνο
—
αχαμνά
—
χαμηλοθώρης
—
αριστούχος
—
διεξέρχομαι
—
απαιτητικότητα
—
δράκοντας
—
αφόρτιστος
—
καρποφόρος
—
ψυχομάντις
—
εθνοσωτήριος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω