🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τεϊοπότις
τεϊοπότις
(-ιδος) η
чаёвница
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чаёвница
? —
τεϊοπότις
как с
(ново)греческого
переводится слово
τεϊοπότις
? — чаёвница
#
(ново)греческий словарь
—
ευθυμογραφία
—
καμέραμαν
—
ψωρίαση
—
χρυσαυγής
—
αισθαντικός
—
σπειρί
—
εσπέριος
—
εφοδιασμός
—
καρένα
—
χάλυψ
—
περίθαλψη
—
εκλέπιση
—
αντασθματικός
—
επιφατνίδιος
—
μπλε
—
θαμνόβιος
—
ασυμπαγής
—
δισταχτικότητα
—
ψηφολέκτης
—
δοκίμως
—
αρύθμιστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω