🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ερημόκκλησο
ερημόκκλησο
το
часовня; церквушка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
часовня
? —
ερημόκκλησο
как на
(ново)греческом
будет слово
церквушка
? —
ερημόκκλησο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ερημόκκλησο
? — часовня, церквушка
#
(ново)греческий словарь
—
μαθηματάκι
—
γαλλόφιλος
—
οπτασιασμός
—
κοντοφθαλμία
—
χρονοσκόπιον
—
αρκουδήσιος
—
γόργειον
—
συναρπαστικά
—
αλατζάς
—
περιποιητικά
—
εθνεγερτικός
—
γαλλοπούλα
—
διηλεκτρικότητα
—
φαταλίστρια
—
διαμαστίγωση
—
ξεθεμελιώνω
—
ελεφάντειος
—
θυγατέρα
—
ακτινογράφος
—
μαγειρική
—
ορκωτός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω