🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμερίστως
αμερίστως
1)
безраздельно
;
2)
беспредельно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
безраздельно
? —
αμερίστως
как на
(ново)греческом
будет слово
беспредельно
? —
αμερίστως
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμερίστως
? — безраздельно, беспредельно
#
(ново)греческий словарь
—
πιθανολόγημα
—
χάσκω
—
καλαμώνας
—
προσηλύτιση
—
ρωσόφιλος
—
γελάδι
—
βαρεμάρα
—
παρακοιμάμαι
—
τζόγια
—
διαπορώ
—
φορμαλιστής
—
εξοργίζω
—
δεκάλεπτος
—
ηδονόπληκτος
—
ξεμανίκωτος
—
αντιμεθυστικός
—
διαμάντι
—
υπογάστριο
—
ταχύμετρο
—
εμποριολογία
—
ομπυάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω