🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξεγέννημα
ξεγέννημα
το 1)
помощь при родах
;
2)
роды
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
помощь при родах
? —
ξεγέννημα
как на
(ново)греческом
будет слово
роды
? —
ξεγέννημα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξεγέννημα
? — помощь при родах, роды
#
(ново)греческий словарь
—
μυθιστοριογραφώ
—
αισχρόλογο
—
λιλί
—
νεφέλιο
—
λαιμουδιά
—
εριουργός
—
ιστιοδέτης
—
λευκοπελαργός
—
ηλιοπληξία
—
ταπεινωτικός
—
μονάφτης
—
προχειρογραμμένος
—
φλεγμονικός
—
βαστάχτρα
—
πλάγιοβαδισμός
—
παροπλισμός
—
αλφαβητικά
—
αναδιανεμητικός
—
υπερκόπωση
—
γαλαρόμαντρα
—
γραμμικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω