🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαισθητικός
διαισθητικός
1.
интуитивный
;
2. (о) филос.
интуитивист
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
интуитивный
? —
διαισθητικός
как на
(ново)греческом
будет слово
интуитивист
? —
διαισθητικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαισθητικός
? — интуитивный, интуитивист
#
(ново)греческий словарь
—
αυτοθεραπεία
—
εμβόλευση
—
ξεκαπάκωμα
—
διασταλάζω
—
αξιωματικά
—
ενθεματίζω
—
διαπαρθένευση
—
ελαιόχρους
—
αντροφέρνω
—
μαστιγώνω
—
ξυλοφάγος
—
αναμορφώτρια
—
ανακατεψιάρης
—
αγίαση
—
κρέμαμαι
—
στιβαρός
—
δίεδρος
—
δημοκρατίζω
—
αποβαρβαρωμένος
—
ελάτη
—
ζυμώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω