🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
περιορισμένα
περιορισμένα
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
περιορισμένα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εκρίζωση
—
εκατόνταρχος
—
παρίστιο
—
πνευμονοπάθεια
—
συστέλλομαι
—
δυό
—
πά
—
ολιγάνθρωπος
—
μικρό
—
ξεφουσκώνω
—
ρέ
—
κόρνα
—
κατέβασμα
—
γέψη
—
αποφύλλωση
—
προβληματίζομαι
—
μπουρζουά
—
μούσκεμα
—
οπισθόβουλος
—
καταστατό
—
ταφή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω