🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δασονομείο
δασονομείο
το
лесничество
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лесничество
? —
δασονομείο
как с
(ново)греческого
переводится слово
δασονομείο
? — лесничество
#
(ново)греческий словарь
—
βενζόλη
—
υποπόδιον
—
γιατί
—
ναυπήγηση
—
αράδωτος
—
μνημοτεχνική
—
επιχρυσώνω
—
διαφθορεύς
—
βαριαρρωστω
—
αγγελόσκιασμα
—
γιδογραίκι
—
αρχύτερος
—
ανάπλωτος
—
σφυγμόμετρο
—
αδιχοτόμητος
—
εργατοπατέρας
—
εισέτι
—
προγάστωρ
—
διαμαρτυρικό
—
αψούνιστος
—
δίκελλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω