🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λευίτης
λευίτης
ο
священнослужитель
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
священнослужитель
? —
λευίτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
λευίτης
? — священнослужитель
#
(ново)греческий словарь
—
αποτυχαίνω
—
κινητοποιούμαι
—
ίντερνετ
—
ατάρακτος
—
κλάδο
—
διάφορος
—
κορασάνι
—
μισοδρομίς
—
ισχνός
—
πταρμικός
—
διολίσθηση
—
μισθαρνώ
—
παρασκευαστικός
—
γελοιότητα
—
αρρυμοτόμητος
—
κλαδευτήρι
—
πρωτοπλάστης
—
αβατσίνωτος
—
κεσάτι
—
εγκοχλιώνω
—
σανό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω