🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναβρυτός
αναβρυτός
бьющий вверх
(о воде)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бьющий вверх
? —
αναβρυτός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναβρυτός
? — бьющий вверх
#
(ново)греческий словарь
—
δαμασκηνό
—
αμφότεροι
—
ταμπόν
—
επτακοσιαπλάσιος
—
ασκιάστος
—
παίκτης
—
γωνιόλιθος
—
σχοίνος
—
υπερκατασκευή
—
προσαυξάνω
—
επιπληκτικός
—
ανασυγκρότηση
—
απόζευξη
—
ξελιγοθυμώ
—
ευσυνείδητος
—
τηλεφώνημα
—
ορθογώνιος
—
διδασκαλιστής
—
πάροδος
—
μπαρουτίλα
—
λειπανάβατος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω