🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεσημέριασμα
μεσημέριασμα
το 1)
наступление полдня
;
2)
полуденный отдых
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
наступление полдня
? —
μεσημέριασμα
как на
(ново)греческом
будет слово
полуденный отдых
? —
μεσημέριασμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεσημέριασμα
? — наступление полдня, полуденный отдых
#
(ново)греческий словарь
—
χοντροκαύκαλος
—
εξαίρετα
—
ετεροβαρής
—
λιθοκοπία
—
εποχετεύω
—
ψευδοπροφήτης
—
έξοδος
—
αρχαιοπαράδοτος
—
τροφεία
—
εργαλειοστάσιο
—
Άνθιμος
—
φάσκελο
—
μουρτάτης
—
βλητοφόρο
—
Λεττονή
—
μηλέα
—
θεριστήρι
—
γελωτοποιία
—
μπαμπάκιασμα
—
αζωγράφητος
—
παρηγοριέμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω