🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υαλοποιήσιμος
υαλοποιήσιμ|ος
идущий на изготовление стекла
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
идущий на изготовление стекла
? —
υαλοποιήσιμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
υαλοποιήσιμος
? — идущий на изготовление стекла
#
(ново)греческий словарь
—
αντιλαμπή
—
βραχύκαννος
—
τετράδυμος
—
αρματολίκι
—
ογκάνισμα
—
γωνίωμα
—
εύδρομο
—
θρησκευτικότητα
—
ολόλαμπρος
—
ιπποφορβία
—
υδρομαντεία
—
κεραμιδάδικο
—
προσοδοφόρο
—
διέκχυση
—
μετακηπεύω
—
γράμμα
—
απολυτρωτισμός
—
αποβληθείς
—
οππορτουνιστικός
—
επιδόρπια
—
αβοσκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω