🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοσμώ
κοσμώ
прям., перен.
украшать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
украшать
? —
κοσμώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοσμώ
? — украшать
#
(ново)греческий словарь
—
ταπί
—
αξεφύτρωτος
—
αντιπαράθεση
—
αστοτσιφλικάδικος
—
μέροψ
—
τεταρτιάτικος
—
εναντιολόγος
—
ενσάρκωση
—
διπλοκοσκινίζω
—
ανεξάλειπτος
—
κάτου
—
αραδιά
—
μεταξοκλωστική
—
ανθοκομική
—
συντομογραφικά
—
ωοπαραγωγικός
—
αντάρτικος
—
αναπαή
—
ξεπιάνομαι
—
διοχετευτικός
—
μητρυιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω