🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλεμόνι
πλεμόνι
το анат.
лёгкие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лёгкие
? —
πλεμόνι
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλεμόνι
? — лёгкие
#
(ново)греческий словарь
—
πενηντάρικο
—
ολοκληρία
—
δεξιώνομαι
—
αβωλοκόκοπος
—
ασώρευτος
—
αστρικός
—
βαρούμενη
—
μετατοπίζω
—
τρακατρούκα
—
αφρομανώ
—
ραβδώνω
—
αχρειόστομος
—
ξινίλα
—
μανδραγόρας
—
βερονάλη
—
καφεκόπτης
—
ασημογόμαρο
—
λαγοπόδαρο
—
γουρουνιά
—
βρυσήσιος
—
μπρούσικος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω