🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναπαραγόμενος
αναπαραγόμενος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναπαραγόμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
γραίδιο
—
φασαμαίν
—
κερδώος
—
υδρόψυκτος
—
ομοφυλοφιλικός
—
αξήλωτος
—
αποπροσανατολισμός
—
λενινιστικά
—
αψύλλιστος
—
άκλεφτος
—
ακυρολεκτώ
—
τηλεσκοπικός
—
ρίνη
—
ανελκτήρ
—
ισχυρισμός
—
κυστεοσκόπιο
—
καζίνο
—
κατάφωρα
—
τραντάζομαι
—
ασχημάνθρωπος
—
αυθορμητισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω