🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγαλματογλύφος
αγαλματογλύφος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγαλματογλύφος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αχάλκωτος
—
μπονώρα
—
αδιάκοπος
—
δαψιλώς
—
μαυροφέρνω
—
κλούβιασμα
—
καφενείο
—
διαίρεσις
—
ανεγνώριγος
—
αμπελοστάφυλο
—
υπέρκορος
—
ορθοστάτης
—
ανακατατάσσομαι
—
νησιώτισσα
—
κουβούσι
—
μερακλής
—
ξεσπιτώνω
—
προάσπιση
—
καύχηση
—
χασομέρισσα
—
κλείνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω