🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βεγγαλέζικος
βεγγαλέζικος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
βεγγαλέζικος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πασσάλωμα
—
εξάποδος
—
γενεσιουργός
—
ευκολύνω
—
περίπτωση
—
πετρόψαρα
—
θειαφόθωρος
—
στεγανόποδα
—
σύμπνοια
—
ερμάρι
—
νικέλωση
—
ναζιστής
—
άοκνος
—
τεϊοποτείο
—
άϊ-...
—
κασίδι
—
ξεμαυλιστής
—
περαστικός
—
μεγαλοποίηση
—
αναχωματικός
—
πηλοπλαστική
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω