🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποσχιστής
αποσχιστ|ής
ο
еретик; сектант
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
еретик
? —
αποσχιστής
как на
(ново)греческом
будет слово
сектант
? —
αποσχιστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποσχιστής
? — еретик, сектант
#
(ново)греческий словарь
—
δαφνιακός
—
αχυρύ
—
ξιδάτος
—
βενζίνα
—
ανάβλυση
—
επακολουθώ
—
μουγκαλίζομαι
—
τιμονιά
—
μονοφασικός
—
πυελοστομία
—
γκεστίζω
—
κουνούπι
—
θολόσταχτη
—
αντωθούμαι
—
βροχομετρικός
—
παρασάνταλος
—
βασανιστικός
—
σάρδη
—
ριγώ
—
δολιχοκρανία
—
αναλωθείς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω