🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φαρδύνω
φαρδύνω
1.
расширять
;
2.
расширяться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
расширять
? —
φαρδύνω
как на
(ново)греческом
будет слово
расширяться
? —
φαρδύνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
φαρδύνω
? — расширять, расширяться
#
(ново)греческий словарь
—
σκουληκομερμηγκότρυπα
—
φυσικοθεραπεύτρια
—
αντικοινοβουλευτικά
—
χείμετλον
—
διοιρισμένος
—
υπερκεφαλαίωση
—
καταθορυβώ
—
μίλτινο
—
σαρίκι
—
ιδιόκτητος
—
δημωφελής
—
ακρίτας
—
μακαρίτισσα
—
παυσανίας
—
αλυσοκλείνω
—
πολυκύλινδρος
—
χειμωνιάτικα
—
δευτεροπαθής
—
ξανθοτρίχης
—
ρέκορντμαν
—
ζυθοποιία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω