🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απεκκρίνω
απεκκρίνω
(αόρ. απεξέκρινα)
выделять
(жидкость и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
выделять
? —
απεκκρίνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
απεκκρίνω
? — выделять
#
(ново)греческий словарь
—
ακριβοτάιστος
—
ασυμπίεστος
—
σκακκίστρια
—
κιτσαριό
—
επιτελείο
—
ακτονόμος
—
δαιμονόληπτος
—
περιοχή
—
δίοπτρα
—
σεληνογραφία
—
καταστολίζω
—
αλκυονίδες ημέρες
—
εγγενής
—
φερετροποιεία
—
θορυβοποιώ
—
ειδική
—
φριχτά
—
ζωμός
—
μαγουλήθρα
—
κρέβατος
—
λεκιάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω