🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιθοθροπτικός
λιθοθροπτικός
мед.
камнедробильный
;
~ό μηχάνημα — камнедробитель
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
камнедробильный
? —
λιθοθροπτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιθοθροπτικός
? — камнедробильный
#
(ново)греческий словарь
—
χονδρύνο
—
χειροτέρεμα
—
μεταχειρισμένος
—
οφειλέσιο
—
αντιφατικότητα
—
ανεμοθύελλα
—
ανεπίλυτος
—
τουρκόσπερμα
—
ντάλα
—
σφενδόνισις
—
Σωτήριος
—
τοιχοδομή
—
ταχυπλοία
—
αμαγγάνιστος
—
ανεπροκοπιά
—
άρρυθμος
—
αποδίδων
—
σβαρνάω
—
αποδημητήρια
—
μονώνυξ
—
ξεροφαγία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω