🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εφυγραίνω
εφυγραίνω
(άάρ. εφύγρανα) уст.
увлажнять, смачивать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
увлажнять
? —
εφυγραίνω
как на
(ново)греческом
будет слово
смачивать
? —
εφυγραίνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
εφυγραίνω
? — увлажнять, смачивать
#
(ново)греческий словарь
—
εκατονταετηρίδα
—
μακρότητα
—
ρεφερέντουμ
—
δεκάγωνο
—
χρονιάτικος
—
φιγουρατζής
—
εθνοφύλακας
—
άψε
—
εκπολιορκώ
—
ξιφίας
—
κορυφή
—
αποθαμβώνω
—
απανωβάνω
—
πίστομα
—
γρούμπος
—
ραδιενέργεια
—
ασιώπητος
—
σπερματόρροια
—
μαχιμότητα
—
εμπυριοθήκη
—
τίθημι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω