🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κρώξιμο
κρώξιμο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κρώξιμο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πανήγυρη
—
απορριμματοφόρος
—
εκδρομέας
—
Ινδοκινέζα
—
καπνοθήκη
—
ουρόλιθος
—
διακανόνισμός
—
σαπίζω
—
κολτούκι
—
οδοκαθαρίστρια
—
γάργαρος
—
ομόχρους
—
θωράκισμα
—
φρεσκάρισμα
—
υποδιοικητής
—
γεμάτος
—
μπαϊλντώ
—
δερματοπάθεια
—
απαρόπλιστο
—
περισαίνω
—
ημίονος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω