🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τοκογλυφικός
τοκογλυφικός
ростовщический
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ростовщический
? —
τοκογλυφικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
τοκογλυφικός
? — ростовщический
#
(ново)греческий словарь
—
στενόρρινοι
—
καπνιστήριο
—
πιπιλιστός
—
αρράγιστος
—
μέχρι
—
αποκτιέμαι
—
βρωμούσα
—
αντενάγω
—
αντέχομαι
—
ωογενής
—
κρίσιμος
—
άτοκος
—
μωρολόγος
—
ζούληγμα
—
συνταξούλα
—
ακριβώς
—
μηρός
—
έλκω
—
νοσοκομειακό
—
έκτο
—
οἰκίσκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω