🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δουλώνω
δουλώνω
порабощать, закабалять
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
порабощать
? —
δουλώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
закабалять
? —
δουλώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
δουλώνω
? — порабощать, закабалять
#
(ново)греческий словарь
—
άστυ
—
λιποθυμισμένος
—
βόνασος
—
κληρωτός
—
θεοδόλιχος
—
κλεψιγαμία
—
πολλαχόθεν
—
κατακλυσμός
—
φρουτόδεντρο
—
αντεπισκέπτομαι
—
ακονόπετρα
—
φερέοικος
—
ανακραυγάζω
—
ακαταμάχητο
—
συγγενόδι
—
πετραδερός
—
αλυπησιά
—
αναρρωηκός
—
κομούνα
—
περίληψη
—
διαπερατός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω