🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποσπείρω
αποσπείρω
(αόρ. απόσπειρα)
закончить сев
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
закончить сев
? —
αποσπείρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποσπείρω
? — закончить сев
#
(ново)греческий словарь
—
συκόφυλλο
—
νεοφυτικός
—
σπληναλγία
—
εθνικότητα
—
μελάνη
—
ανάχυμα
—
ανθοπωλείο
—
πλανίδι
—
ζαχαροζύμωτος
—
μυθιστοριογραφία
—
νυκταλωπία
—
γωνίδι
—
ζυμοτεχνία
—
ρυζόχαρτο
—
ύδρευμα
—
εικονόφιλος
—
φίλτρο
—
άστικτος
—
κραταιότης
—
όρχιδα
—
ξέπασχα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω