🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ιδρωτοποιός
ιδρωτοποιός
анат.
потовой
;
~οί αδένες — потовые железы
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
потовой
? —
ιδρωτοποιός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιδρωτοποιός
? — потовой
#
(ново)греческий словарь
—
ενδοθωράκιος
—
παίς
—
τηλεφωνήτρια
—
συνθηκολόγηση
—
μουρτάτης
—
ντεπό
—
καβαλίνα
—
ανεπαρκής
—
γεωμέτρις
—
διαιτητεύω
—
κατράμωμα
—
ερχομός
—
φαβορίτα
—
υποχρεωτικά
—
καρβουνόσκονη
—
δικαιωτής
—
ευδιάκριτος
—
επίναυλος
—
επιβραχόνω
—
ημερομίσθιο
—
νεκροθάπτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω