🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκλεπτύνω
εκλεπτύνω
(αόρ. εξελέπτυνα, παθ. αόρ. εξελεπτύνθην)
утончать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
утончать
? —
εκλεπτύνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκλεπτύνω
? — утончать
#
(ново)греческий словарь
—
σκυλόδοντο
—
σφιχτοκλειδώνω
—
μετουσίωση
—
φιλεπιστήμων
—
ανομοιόμορφος
—
διαλογιστικότητα
—
νιχιλισμός
—
ανδραποδιστικός
—
υποναύαρχος
—
ιστογένεση
—
εξηκριβωμένος
—
γωνιογνώμωνας
—
κακορραμμένος
—
υποχρεωτικός
—
λογού
—
γίδα
—
στρεπτοκοκκικός
—
πατριαρχείο
—
μολυβδούχος
—
ναζίστρια
—
φεγγοβόλημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω