🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
νοσηλεία
νοσηλεία
η 1)
стационарное лечение
;
2)
уход за больными
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стационарное лечение
? —
νοσηλεία
как на
(ново)греческом
будет слово
уход за больными
? —
νοσηλεία
как с
(ново)греческого
переводится слово
νοσηλεία
? — стационарное лечение, уход за больными
#
(ново)греческий словарь
—
ανυπερπήδητος
—
βιτσιά
—
κομματίδιο
—
μελανίτις
—
χορομανής
—
βηματίζω
—
αραμπαδόξιλο
—
μουστάκι
—
τυραννισμένος
—
υποτίμηση
—
απορία
—
λαοκρατικός
—
αντίμαχος
—
μαρασμώδης
—
αμελάνιαστος
—
γαλατομπούρεκο
—
αμπροσταίνω
—
λειπανάβατος
—
διάσμα
—
θεαματικότητα
—
ζωοτροφείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω