🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φρεσκοξυρισμένος
φρεσκοξυρισμέν|ος
свежевыбритый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
свежевыбритый
? —
φρεσκοξυρισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
φρεσκοξυρισμένος
? — свежевыбритый
#
(ново)греческий словарь
—
ρεάλι
—
κνησμονή
—
εντολοδότης
—
ταυτόφωνος
—
πληροφορία
—
ψυχολατρία
—
ανταρθριτικός
—
ρίχτω
—
ρεφορμιστικός
—
απαξία
—
πλένω
—
υπαίθριος
—
ανύπανδρος
—
γεροντογράδιο
—
άλλο
—
διημερεύω
—
τεμπελχανεύω
—
κλέος
—
εξυδατώ
—
γερακομύτης
—
φασολιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω