🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προσδεκτός
προσδεκτός
приемлемый
;
γίνομαι ~ — быть приемлемым
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
приемлемый
? —
προσδεκτός
как с
(ново)греческого
переводится слово
προσδεκτός
? — приемлемый
#
(ново)греческий словарь
—
πρωτεργάτις
—
διαζευγνύομαι
—
μετεωροσκοπία
—
αξεφλούδιαστος
—
ασπρογάλιασμα
—
γαλακτοβούτυρο
—
βαρελοποιία
—
μπιζού
—
ανακατωσιάρης
—
αδιαχείριστος
—
γαλέος
—
ηλιογέννητος
—
γλαριάζω
—
μωρούδι
—
πουτανίστικος
—
ξηραγκιανός
—
μουνόψειρα
—
δροσοβολώ
—
μελωδικός
—
αναφορά
—
πηγάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω