🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμίαντος
αμίαντ|ος
II ο
асбест, горный лён
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
асбест
? —
αμίαντος
как на
(ново)греческом
будет слово
горный лён
? —
αμίαντος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμίαντος
? — асбест, горный лён
#
(ново)греческий словарь
—
θρέφω
—
απολεπίζω
—
αζάλιστος
—
δοχειάριος
—
αμάντριστος
—
λησταρχείο
—
νικελάκι
—
βαθμολογία
—
σεβιότ
—
αποκούρεμα
—
εκπλατύνω
—
αναπνευστήρας
—
περιληπτικός
—
νεκροφάγος
—
αναγελαστικός
—
κεράτιση
—
επιδεινώνομαι
—
καρυδήσιος
—
μοχαιροπήρουνο
—
αποκρικώνω
—
μπατιρώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω