🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλείπτης
αλείπτης
ο
смазчик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
смазчик
? —
αλείπτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλείπτης
? — смазчик
#
(ново)греческий словарь
—
φαρδαίνω
—
θυσιάζω
—
τρυφερίτσα
—
παρακάθομαι
—
ορμίζω
—
λαϊκιστής
—
κάπου
—
αμερικανικός
—
αναδρομικώς
—
δίωρο
—
ρεκασμός
—
μιγαδικός
—
μαραζιάρικος
—
πανανθρώπινος
—
γλυφούτσικος
—
αφιονισμένος
—
οχλοκρατούμαι
—
κατιφές
—
απολείπω
—
ουρανύς
—
κοντόχρονος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω