🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κουκουνάρι
κουκουνάρι
το 1)
шишка
(сосновая, еловая);
2)
семя пинии
;
===
τήν ταΐζει ~α — [phrase]он её содержит в роскоши[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шишка
? —
κουκουνάρι
как на
(ново)греческом
будет слово
семя пинии
? —
κουκουνάρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
κουκουνάρι
? — шишка, семя пинии
#
(ново)греческий словарь
—
κολυμβήθρα
—
γαμιάς
—
κουρντίζω
—
σκευοφόρος
—
αξιοκατάκριτος
—
επιφλοιώδης
—
υδατοδιαλυτός
—
δρομοκοπάω
—
ροδίζω
—
ξεμποτσάρω
—
Μεσαίωνας
—
διαμάσκαλα
—
αντιφατικός
—
ημιόλιος
—
τρέμω
—
λιγούρι
—
ακρήμνιστος
—
εθελοντικά
—
γλυκόξινος
—
συνταξιδιώτης
—
αδελφικότης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω