🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ποιμαντικός
ποιμαντικός
церк.
пастырский
;
~ή ράβδος — епископский посох
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пастырский
? —
ποιμαντικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ποιμαντικός
? — пастырский
#
(ново)греческий словарь
—
μαδαρῶ
—
εγγάστρωμα
—
ανομολογώ
—
γλυκαναβρύζω
—
διήμερο
—
μεθοκοπώ
—
ρευστοποιώ
—
υπόγειο
—
επώθηση
—
φορεσιά
—
ευμορφαίνω
—
υδροπωλητής
—
αρπαχτικότητα
—
βραδύπους
—
ακυτταρικός
—
επανιδρύω
—
συμπώ
—
ακυριολεκτώ
—
ανεύφλεκτος
—
πολέμαρχος
—
αλληλεπίκουρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω