🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τερατώδης
τερατώδης
чудовищный, ужасный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чудовищный
? —
τερατώδης
как на
(ново)греческом
будет слово
ужасный
? —
τερατώδης
как с
(ново)греческого
переводится слово
τερατώδης
? — чудовищный, ужасный
#
(ново)греческий словарь
—
μαγκεύω
—
ξεχορτάριασμα
—
ασυνήθιστος
—
καλικατζού
—
πένης
—
εφτάδυμος
—
τρίπους
—
εθνικίστρια
—
δεσμώτις
—
συμμάχομαι
—
αντιληπτικότητα
—
ξυλόφουρνος
—
ηλεκτροκαρδιογράφημα
—
ψηφίδωμα
—
γελούμενος
—
επηρεασμός
—
αναξιοποίητος
—
αγγειόπλυμα
—
παράβλαστο
—
πειστικότητα
—
πραγματοποιούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω