🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξέσκεπα
ξέσκεπα
открыто
;
μιλώ ~ — говорить открыто
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
открыто
? —
ξέσκεπα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξέσκεπα
? — открыто
#
(ново)греческий словарь
—
γλυκοτραγουδάω
—
ρευστοποιώ
—
φανερωτικός
—
τσιγκούναρος
—
μπαφιάζω
—
διογκώνομαι
—
αναγουλιασμένος
—
τρείς
—
νεραϊδόγνεμα
—
μεγαλοστομία
—
επιχρωμίωση
—
εντάφιο
—
μαργωτίδα
—
περίπτερος
—
εμπίμπρημι
—
γκαντίρικο
—
στούμπι
—
αινέσιμος
—
απόδαυλο
—
σίτος
—
ευτραφής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω