🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σλαυόφιλος
σλαυόφιλ|ος
1.
славянофильский
2. (о)
славянофил
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
славянофильский
? —
σλαυόφιλος
как на
(ново)греческом
будет слово
славянофил
? —
σλαυόφιλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
σλαυόφιλος
? — славянофильский, славянофил
#
(ново)греческий словарь
—
βέρτζινος
—
πίσσωμα
—
σουλατσάρισμα
—
ραμφισμός
—
κλούβα
—
σιωνίστρια
—
δυσπιστία
—
α-
—
επιτρέχω
—
εκκοκκίζω
—
ακουστικώς
—
στραγαλατζίδικο
—
συγχώρηση
—
μετριοφροσύνη
—
αποχυλώνω
—
μύδρος
—
ουρανικός
—
αυτόνομα
—
ηλεκτροεγκεφαλογραφία
—
εκτεθειμένος
—
απείκαστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω