🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τουρκουάζ
τουρκουάζ
το 1.
бирюза
;
2. επίθ.
бирюзовый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бирюза
? —
τουρκουάζ
как на
(ново)греческом
будет слово
бирюзовый
? —
τουρκουάζ
как с
(ново)греческого
переводится слово
τουρκουάζ
? — бирюза, бирюзовый
#
(ново)греческий словарь
—
ξαγρύπνια
—
ανάλειωμα
—
σθεναρότητα
—
απόκτημα
—
ξοπλίζω
—
ξελάφρωμα
—
περίζηλος
—
θεσιθήρας
—
σβήσιμο
—
λαχανοσαρμάς
—
βουρτσιά
—
ακρόδετος
—
ταράσσω
—
καλύπτρα
—
επιψηφίζω
—
γνευτός
—
ευλαβικός
—
άρμη
—
προβατοτροφία
—
καταπτόηση
—
μεθοκοπάω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω