🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονόλυκος
μονόλυκ|ος
ο
нелюдим, бирюк
(о человеке)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
нелюдим
? —
μονόλυκος
как на
(ново)греческом
будет слово
бирюк
? —
μονόλυκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονόλυκος
? — нелюдим, бирюк
#
(ново)греческий словарь
—
εντατικοποίηση
—
πάτωμα
—
ανιχνευτήρας
—
ξάστερος
—
αγάπισμα
—
κουτάλι
—
εκκοιλαίνω
—
οπωροπώλις
—
υπερβορειοανατολικός
—
αξυρισιά
—
σκηνίτης
—
απανεμίζω
—
ασκητισμός
—
αχαραχτήριστος
—
επίλαρχος
—
σφυγμογραφία
—
καφετής
—
αρχοντικός
—
γιαλός
—
βαναυσουργός
—
ρίς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω