🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τιμαλφής
τιμαλφ|ής
1.
драгоценный
;
2. мн.ч. :
τά ~ή — драгоценности
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
драгоценный
? —
τιμαλφής
как с
(ново)греческого
переводится слово
τιμαλφής
? — драгоценный
#
(ново)греческий словарь
—
επιθαλάμιος
—
δέσμιος
—
ανάτυπο
—
αρμεχτός
—
ξανακυλώ
—
δοσύλλιον
—
λαχανοζούμι
—
πιστρώνω
—
χαλύβδωση
—
ασιανός
—
θετικότητα
—
απόκτηση
—
παστά
—
κρίνος
—
συκωταριά
—
δουλοκτησία
—
χορωδιακός
—
ράκος
—
ρεγάλο
—
παρείσαχτος
—
έγινα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω