🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φυσιολατρικός
φυσιολατρικός
любящий природу
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
любящий природу
? —
φυσιολατρικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
φυσιολατρικός
? — любящий природу
#
(ново)греческий словарь
—
αιμοβόρος
—
προσκοπισμός
—
δερματόκολλα
—
μυροποιείο
—
ραφτόπουλο
—
μένος
—
ωμά
—
ταμιεύω
—
επιστηρίζω
—
δοντοχτύπημα
—
αλληλοκατηγορούμαι
—
νταμωτός
—
προστακτικός
—
τριανταένα
—
έκρηξη
—
ξύπνος
—
στραβομούρης
—
φωτοειδησεογραφικός
—
άπειρος
—
γλωσσού
—
σκούπισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω