🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θρησκευάμενος
θρησκευάμενος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
θρησκευάμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αντράκλα
—
εξοίδημα
—
μομιοποιώ
—
πανσέληνος
—
χρυσοκεντήτρια
—
κουβάριασμα
—
υποβέθνος
—
ημεραίος
—
αγριογούρουνο
—
ξέθαμμα
—
σεμνοτυφία
—
γεννοβόλημα
—
ζωοκλόπος
—
παραπληγία
—
γλεντοκόπι
—
επιστήριγμα
—
ειδωλολάτρισσα
—
υπερκρέμαμαι
—
υδροδοτικός
—
αναγκερός
—
τίμιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω