🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φωσφορίζω
φωσφορίζω
фосфоресцировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фосфоресцировать
? —
φωσφορίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
φωσφορίζω
? — фосфоресцировать
#
(ново)греческий словарь
—
ανολοκλήρωτα
—
ντουγρού
—
γκαλιουρίζω
—
σιδηρόδρομος
—
παντοδυναμία
—
αεριοκινητήρας
—
στέαρ
—
κούρταλα
—
κατακάθημαι
—
καλωσυνεύω
—
καταχαλώ
—
αϋφαντής
—
βαλκανολόγος
—
ηλεκτρομεταλλουργία
—
ατρόμαχτος
—
εμφραξη
—
διαβάθμιση
—
ενδομορφία
—
κουβαριαστός
—
ψυχοφυσικά
—
αρχαιοπρεπής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω