🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποκτείνω
αποκτείνω
(αόρ. απέκτεινα)
убивать, умерщвлять
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
убивать
? —
αποκτείνω
как на
(ново)греческом
будет слово
умерщвлять
? —
αποκτείνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποκτείνω
? — убивать, умерщвлять
#
(ново)греческий словарь
—
παινεσιάρης
—
μάργαρο
—
βδελυγμία
—
καταπόνηση
—
πολύβοος
—
μέτρος
—
ραντεβού
—
αγγρίφι
—
ομοιόθερμος
—
επιταχύνω
—
κεράστης
—
φανέστρα
—
συνόρευση
—
βραδινό
—
εκδίκαση
—
πυρογραφικός
—
μεγαλόκαρδος
—
έμβιος
—
μυρώνω
—
περιορίζομαι
—
απαλόσορκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω