🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μουνούχος
μουνούχ|ος
ο
скопец, кастрат, евнух
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скопец
? —
μουνούχος
как на
(ново)греческом
будет слово
кастрат
? —
μουνούχος
как на
(ново)греческом
будет слово
евнух
? —
μουνούχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μουνούχος
? — скопец, кастрат, евнух
#
(ново)греческий словарь
—
χρυσαλοιφή
—
κοντολαίμα
—
στροβίλισμός
—
συσσωρευτικός
—
μομφή
—
επικόλληση
—
κόσμημα
—
Ημικύκλιο
—
αδιαχώρητο
—
παθητικός
—
αχάραγος
—
υπόκειμαι
—
νιόβιο
—
απολειτουργώ
—
φτυώ
—
αντιχτυπιούμaι
—
ισοπαχής
—
αναβίβαστρον
—
θεοσεβής
—
οξυμετρία
—
μενταγιόν
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω