🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βαθερός
βαθερός
впалый, имеющий небольшую глубину
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
впалый
? —
βαθερός
как на
(ново)греческом
будет слово
имеющий небольшую глубину
? —
βαθερός
как с
(ново)греческого
переводится слово
βαθερός
? — впалый, имеющий небольшую глубину
#
(ново)греческий словарь
—
συριανός
—
μπούζι
—
νομιναλιστικός
—
ραγιάς
—
γηροκόμια
—
διατριβογράφος
—
βιβλιοδετικός
—
πολυμέλεια
—
γνεστός
—
ψηφοθέτης
—
προαλείφομαι
—
νοίκιασμα
—
φωταγωγός
—
τιτάνιο
—
περουβιανός
—
λουκούμι
—
εκγλύφω
—
συνάπτω
—
μερισματόγραφο
—
έν
—
ανασκοπή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω