🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιθολόγος
λιθολόγ|ος
ο, η
петрограф
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
петрограф
? —
λιθολόγος
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιθολόγος
? — петрограф
#
(ново)греческий словарь
—
φορολογικός
—
χαρτί
—
αδρόμαλλος
—
φασματοσκοπία
—
σιβυλλικός
—
τσιρλιάρικος
—
λαχανοπωλίτρια
—
ελεφαντουργός
—
υπερτέλειος
—
τσαλαπατώ
—
αντιφωτώ
—
τσαρούχι
—
χάλυψ
—
κοθορισμένος
—
χειροδέσμη
—
κρασπέδωση
—
ανηρέθην
—
απόπτωση
—
βολονταρισμός
—
φερέγγυος
—
χαμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω