🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγεννησιά
αγεννησιά
η
бесплодие
;
~τή δέρνει — [phrase]она страдает бесплодием[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бесплодие
? —
αγεννησιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγεννησιά
? — бесплодие
#
(ново)греческий словарь
—
δυσανάλογος
—
σκύλαρος
—
βραδυφλεγής
—
νόστιμα
—
υπνολαλίο
—
τζόγος
—
κονδυλοθήκη
—
νεράκι
—
καμινεύς
—
κατάρριψη
—
ανατολικώς
—
δημότης
—
υγροσκόπιο
—
μαύλισμα
—
αμαλαγιά
—
βόμβυκας
—
αρπίστρια
—
ξεπάστρεμμα
—
σιχαμερός
—
μπάσκετμπολ
—
ηρανθές
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω